h1

Το Βελιγραδι απο τη δυση στην ανατολη

September 25, 2010

Ο ψηλός με το περίεργο ραδιενεργό ξανθό τσουλούφι και το βαριεστημένο μισομεθυσμένο βλέμμα που κάθεται απέναντι είναι αυτή τη στιγμή μια απο της πιο αναγνωρίσιμες φάτσες στη Σερβία. Δεν θα στοιχημάτιζα σε αυτό ούτε τα τελευταία πέντε μου ευρώ εάν δεν με πληροφορούσαν ότι πρόκειται για το μεγάλο χαμένο του Σέρβικου Μπικ Μπραδερ που παρεμπιπτόντως ήταν ένα απο τα πιο δημοφιλή προγράμματα στη χώρα. Τώρα το πως ένα δυτικοφερτο σόου έχει τέτοια πέραση σε μια χώρα που περισσότεροι απο τους μισούς κατοίκους νιώθουν αναγούλα στο άκουσμα της λέξης ‘δύση’ χωράει πολύ κουβέντα. Αργότερα στο ίδιο πάρτι ο Σάσα, ένας καλόκαρδος πιτσιρικάς που κόβοντας τον νομίζεις ότι δεν θα πείραζε ούτε μυρμήγκι εξομολογείται μεθυσμένα ‘εδώ στη Σερβία περιμένουμε πως και πως να σας κάνουν καμιά αλητεία οι Αλβανοί, δικέ μου εσείς οι Έλληνες θα τους λιώσετε, εμάς μας βρήκαν αδύναμους και μόνους και μας την φέρανε αλλά εσείς θα τους λιώσετε, και μετά τους λιώνουμε και παρέα.»

Η αλήθεια είναι ότι το ραδιενεργό ξανθό τσουλούφι και ο Σάσα ειναι φίλοι, κομμάτι μιας ωραίας παρέας που Παρασκευή απόγευμα έχει μαζευτεί σε ένα σπίτι και τα πίνει γελώντας, κοροϊδεύοντας και σαρκάζοντας τον εαυτό της με μια άνεση και φυσικότητα που δεν συνάντα κάνεις εύκολα.

Όσο για την αντίφαση ανάμεσα στην υιοθεσία δυτικογενων επιρροών και τον πατριωτικό συναισθηματισμό που παρατηρείται στους δυο φίλους είναι μια κλασική έκφραση της σύγχυσης που έχουν να αντιμετωπίσουν οι νέοι σε μια χώρα που τα τελευταία είκοσι χρόνια έγινε αρκετές φορές αντικείμενο κριτικής και στόχος βομβών ενώ ενδιάμεσα δεχόταν ανήθικες προσκλήσεις για ταξιδάκια στις Βρυξέλλες. Ψηλά γράμματα, μέχρι να κάνω την ανάλυση το ραδιενεργό τσουλούφι έχει οριζοντιωθεί στο καναπέ και κοιμάται ύπνο μακάριο ενώ ο Σάσα έχει εξαφανιστεί «λόγο στομαχικών διαταραχών», όπως λέει το ιατρικό ανακοινωθέν.

Η φιλοσοφία απέτυχε και απόψε, και έχει αποτύχει γενικά, σκέφτομαι αναχωρώντας. Η νυχτερινή βόλτα με το αυτοκίνητο είναι ότι απομένει για παρηγοριά…

Φτάνει κανείς στο Βελιγράδι για πρώτη φορά έχοντας την αίσθηση ότι επιστρέφει σε αυτή την πόλη έπειτα απο καιρό. Ίσως επειδή είναι το μέρος που έχει συμβολικά ταυτιστεί περισσότερο απο κάθε άλλο με όσα συνέβησαν τα τελευταία είκοσι χρόνια στην περιοχή. Αντί όμως για την απομονωμένη πρωτεύουσα μιας ηττημένης χώρας βρίσκεται σε ένα αστικό κέντρο που η καθημερινότητα του είναι εξοργιστικά δραστήρια και η νύχτα του αποπνέει ακαταμάχητη γοητεία.

Δύσκολα φαντάζεται κανείς όταν περπατά γύρο απο το Πλάτο, την πλατεία στον ομφαλό της πόλης, και  χαζεύοντας τους αμέτρητους φοιτητές να πηγαινοέρχονται με φόντο ακριβά καταστήματα βαφτισμένα με τα ονόματα γνωστών πολυεθνικών κολοσσών και οίκων μόδας, ότι αυτή είναι η πρωτεύουσα μιας χωρά διχασμένης ανάμεσα σε δυτικόφιλους και υπερπατριώτες.

«Ξέρεις το Βελιγράδι ήταν μια ανοιχτή πόλη ακόμα και όταν οι χώρες του Ανατολικού μπλοκ ζούσαν μέσα στο ποιο πυκνό σκοτάδι» λέει η Βέσνα, δημοσιογράφος που έχει ζήσει εδώ όλη της τη ζωή. «Ήταν κατά κάποιο τρόπο ένα ουδέτερο σημείο συνάντησης για τους πολεμιστές του ψυχρού πολέμου και ανοιχτό σε επιρροές δυτικές και ανατολικές εκατέρωθεν. Υπήρχε μουσική σκηνή, εκθέσεις, κινηματογράφος, νυχτερινή ζωή, ζωντάνια που ανεξάρτητα απο όσα έγιναν επιβίωσαν και επηρεάζουν ακόμα το χαρακτήρα της.» Όσο μιλάει η τζαμαρία που βλέπει στην Πλατεία της Δημοκρατίας, μερικά μέτρα απο το Πλάτο μετατρέπεται σε οθόνη όπου καλόγουστος κόσμος περιμένει ήρεμα ένα ραντεβού, παρέες φεύγουν ενθουσιασμένες σε άγνωστη κατεύθυνση, φοιτητές αράζουν πίνοντας μπίρες.

Η νύχτα στο Βελιγράδι προχώρα γρήγορα και όποιος πειραματιστεί μαζί της συναντά απίστευτες πτυχές της πόλης και των ανθρώπων της. Σε μια πλατφόρμα στο ποταμό Σάββα πιτσιρικάδες χορεύουν και τραγουδούν ‘Λίγο Ουίσκι, λίγη Κόκα Κόλα’ και αλλα σκυλάδικα χείριστης ποιότητας, στο ‘Πλάστικ’ τα ηλεκτρονικά μπιτ πριονίζουν τα αυτιά των νεολαίων, ενώ σε ένα ημιυπόγειο στην περιοχή Δαλματίνσκα οπού είναι κρυμμένο το μπαρ ‘Ανθοπωλειο’ ο κόσμος ακούει μουσική χαλαρά, κουβεντιάζει χωρίς να ξελαρυγγιάζεται και μια παρέα διασχίζει τη νύχτα παίζοντας βελάκια και ποδοσφαιράκι.

«Το πρόβλημα με εμάς είναι ότι κάθε τρεις μήνες πάμε να ψηφίσουμε στις ποιο σημαντικές εκλογές για την ιστορία της χώρας» λέει ειρωνικά ο Νέμανια, φοιτητής στο οικονομικό πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, που κανείς δεν τον παίζει ποδοσφαιράκι γιατί σκίζει. «Πόσες φορές μπορείς να το επαναλάβεις αυτό πριν καταλάβεις ότι πρόκειται για μια φάρσα; Ε λοιπόν εδώ μιλάμε για την μεγαλύτερη φάρσα όλων τον εποχών.»

Η περίπτωση του δεν είναι αυτή του πρώην ρομαντικού φοιτητή που ανακύπτοντας το ρεαλισμό αρχίζει τη μακρά και βασανιστική απομυθοποίηση της πραγματικότητας. Η πλειοψηφία των νέων μιλάνε με παρόμοια απογοήτευση και ακόμη περισσότερο με περιφρόνηση για την πολιτική και τους πολιτικούς. Ωστόσο κανένας δεν δηλώνει απλός αδιάφορος ή άσχετος με το θέμα. Στην πλειοψηφία τους οι νέοι μοιάζουν να ζουν έχοντας αποδεχτεί ότι πρόκειται για αναγκαίο κακό που υπάρχει για να κάνει τι ζωή δυσκολότερη.

«Στην αρχή πληρώσαμε για το πόλεμο» συνεχίζει ο Νέμανια με τον κοφτερό κυνισμό του «έπειτα για το εμπάργκο και τον Μιλόσεβιτς, ύστερα ξανάπληρώσαμε για το Κόσσοβο και τους βομβαρδισμούς, τώρα πάλι θα μας πουν να πληρώσουμε για το Κόσσοβο, δεν είναι κάπως πολλά για μια χώρα που ο βασικός μισθός είναι λίγο πάνω απο 400 ευρώ» λέει ξεσπώντας σε γέλια.

Ωστόσο όταν η κουβέντα έρχεται στα του βιοπορισμού το πράγμα σοβαρεύει. Η ανεργία στη χώρα πλήττει κυρίως τους νέους που φαίνεται να γνωρίζουν καλά τη σημαίνει επιβίωση. Με μια αξιοπρεπή δουλειά δεν βγάζεις το χρόνο πάνω απο πέντε χιλιάδες ευρώ ενώ οι τιμές στα μαγαζιά καμιά φορά εκπλήττουν και αυτούς που εισπράττουν ευρωπαϊκούς μισθούς.

Εδώ ο κόσμος έχει έναν ιδιαίτερα καυστικό τρόπο με τον οποίο καυτηριάζει τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες της πραγματικότητας του, μείγμα του κυνισμού που απέμενε κληρονομιά απο την εποχή του πολέμου και αυτοσαρκασμού. Τα αποτελέσματα του είναι όντως αξιοσημείωτα. Η περιοχή γνωστή ως ‘Κοιλάδα της Σιλικονης’, κάτι σαν το Κολωνάκι του Βελιγραδίου που πράγματι έλκει μερικούς απο τους πιο υπερβολικά καλλωπισμένους τύπους και τύπισσες στην πόλη είναι ένα απο αυτά. Ένα άλλο είναι το ειρωνικό ‘Head and Shoulders’, με το οποίο βαφτίζονται τα παλικάρια που κυκλοφορούν με το κεφάλι ξυρισμένο και το στιλ του σκληρού πορτιέρη.

Ωστόσο αυτοί δεν είναι λίγοι και όταν τους γνωρίσεις δεν είναι επίσης και τόσο αστείοι. Είναι μια μικρή απόδειξη της απότομης στροφής πολλών νέων προς την ακροδεξιά που σε όσους έζησαν στη Σερβία τη δεκαετία του ενενήντα προκαλεί άγρια ανατριχίλα. «Είναι το αποτέλεσμα της μειοδοσίας στο φτηνό εθνικισμό, μεγάλο ταλέντο τις πλειοψηφίας των Σέρβων πολιτικών», μονολογεί η Γέγια που εργάζεται για ένα διαδικτιακο ειδησεογραφικό κόμβο και προσπαθεί μαζί με άλλους να στήσει ένα πρόγραμμα που θα εισαγάγει σε μερικά σχολεία ένα θεατρικό πρόγραμμα εμπνευσμένο απο το ‘Θεατρο της Απελευθέρωσης’ που σχετίζει τέχνη και κοινωνικό προβληματισμό. «Στη Σερβία οι μητέρες όσων χάθηκαν στο πόλεμο τραβάνε τα πάνδεινα για να μπορέσουν να διαδηλώσουν ενώ οι ακροδεξιοί μαζεύονται όποτε και όπου θέλουν και έχουν όποια διευκόλυνση χρειαστούν».

Στο βορειοδυτικό τμήμα της πόλης, πέρα απο τον ποταμό Σάββα απλώνεται το ‘Νέο Βελιγράδι’, μια περιοχή στην οποία απλώθηκε αστικός ιστός απο τα τέλη τις δεκαετίας του 50 και έπειτα. Σήμερα αποτελεί το ποιο υπερσύγχρονο κομμάτι της πόλης, με τεράστιες λεωφόρους που το χαράζουν οριζόντια και κάθετα, ουρανοξύστες και γιγαντιαία εμπορικά κέντρα, τράπεζες και ατελείωτες σειρές μπλοκ πολυκατοικιών που ταξιδεύουν βαθιά στον ορίζοντα. Διασχίζοντας τους δρόμους του το χάραμα  θυμίζει στιγμιαία περισσότερο άκεντρο προάστιο μεγαλόπολης στις Ηνωμένες Πολιτείες παρά Βαλκανική πρωτεύουσα. Κατά τη διάρκεια της μέρας οι χιλιάδες που ταξιδεύουν προς το παλιό Βελιγράδι δημιουργούν κυριολεκτικά μεταναστευτικό ρεύμα. Στην επιστροφή ενδίδουν σε αχαλίνωτο ‘shopping’ και χαζεύουν τις τελευταίες παραγωγές ‘blockbuster’. Μια χαρά υπερσύγχρονη συνύπαρξη του άστυ με τη φιλοσοφία της αγοραίας κατανάλωσης. Μοιραία αναρωτιέσαι ότι εάν αυτή η χώρα δεν είχε απομονωθεί για μια και μισή δεκαετία το Βελιγράδι θα φιγουράριζε σήμερα σαν πρωτεύουσα των Βαλκανίων. Μοιάζει σχεδόν καταδικασμένη να παίξει αυτό το ρόλο που ακόμη και σήμερα πεισματικά αρνείται.

Η μέρα ξεκινάει με πυρετώδης ρυθμούς. Όσοι δεν επέστρεψαν ακόμη απο το ξενύχτι μοιάζουν με κακοκαρδισμένα σαράβαλα σε πίστα ράλι. Στο σαντουιτσάδικο που σερβίρει ότι έχει απομένει ο κόσμος μασουλάει μελαγχολικά παρατηρώντας τον περίεργο τρόπο με τον οποίο ξεκινά ακόμη μια μέρα σε μια μεγαλούπολη. Δεν υπάρχουν πολλοί στο Βελιγράδι που θα απαντούσαν με βεβαιότητα για το τι θα φέρει η επόμενη μέρα. Οι μεγαλύτεροι έχουν συνηθίσει αυτή την αβεβαιότητα και την αντιμετωπίζουν ψύχραιμα. Οι νεότεροι δεν μπορούν να είναι αισιόδοξοι για το μέλλον, γιατί δεν το επιτρέπει το παρελθόν.

A.F.  2007

Advertisements

2 comments

  1. αν στο άρθρο δεν είχες γράψει από την αρχή ότι πρόκειται για τη Σερβία, θα νόμιζα πως αναφέρεσαι στην ελληνική πραγματικότητα. Δεν απέχουμε πολύ από τους βαλκάνιους γείτονες.


  2. poly kalo. an baleis kai photos tha ginei apithano…



Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: